Κωρύκειο Άντρο – Κίρρα

Στο πανηγύρι της Ολύμπου (Κάρπαθος)
25/04/2013
Κωρύκειο Άντρο – Κίρρα
26/04/2013

Δημήτρης Κατσαρός

Αεράκι νιούτσικο ξεφυλλίζει ανάστροφα την Ιστορία. Τότε που η παλάμη του άχρονου Θεού χώριζε θάλασσα από στεριά, έπλαθε όρη και κάμπους, έσκαφτε γκρεμούς και φαράγγια. Τότε που θείος ιδρώτας, όλο οίστρο και πάθος, κύλαγε κι έφτιαχνε ποτάμια, και γεμίζανε νερό οι γούρνες.

Αεράκι φλύαρο ψιθυρίζει τη μοίρα του ανθρώπου, τα ονείρατα της φυλής, και μας προετοιμάζει, θαρρείς, να λειτουργηθούμε σε τόπους ιερούς, σε σπηλιές αρχαίες πλάι σ’ ελιές και κυπαρίσσια.

Παλιοβούνα, Τουμπονάρια, Κεφαλή, Κρόκι, βουνά προϊστορικά, που τα βαφτίσαν ξωμάχοι και ποιμένες, ολημερίς ξαπλώνουν ανάσκελα για να τα σεργιανάς, για να σε θρέψουν μέλι και φλισκούνι. Σα σκοτεινιάσει όμως, θαρρείς, αγριεύουν και παραφυλάνε σκυφτά, με το στόμα ορθάνοιχτο, όλο δόντια και γκρεμίλα, με όψη τρομερή στο αντιφέγγισμα της αστραπής, έτοιμα να σε κατασπαράξουν, πλανεμένε διαβάτη, ξεστρατισμένο ζωντανό, ώστε να είναι ακμαία στο διάβα του χρόνου.

Όσο σκαρφαλώνουμε, αφουγκραζόμαστε βήμα το βήμα, σπιθαμή προς σπιθαμή, τον ποιμενικό αυλό, το ποδοβολητό τραγοπόδαρων δαιμόνων, τα βελάσματα, ίδια εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Το Κωρύκειο άντρο, σπηλιά τρισθεώρατη που χάσκει κατά το νοτιά, μοιάζει ακίνδυνο τέρας, όλο υγρασία και γλίτσα. Από τα πολλά χάχανα των ορειβατών, φτερούγισαν μακριά σα νυχτερίδες οι σκιές των παμπάλαιων φυγάδων, που κρύφτηκαν για να γλυτώσουν το μαχαίρι του καταχτητή, αλλά και των ραγιάδων, που μεθυσμένοι κάποιαν άνοιξη ξεσηκώθηκαν να λευτερώσουν τις αρχαίες κολώνες.

Τι ανάγλυφο κι ετούτο, Θεέ μου! Ούτε ένα ίσωμα μέχρι κάτω το γιαλό, μόνο πλαγιές και κορφές κυματιστές, κατεβασιές που σου κόβουν την ανάσα, ενώ το βλέμμα ησυχάζει μόνο σαν αντικρύσει πέρα μακριά τη θάλασσα, που στραφταλίζει στο χειμωνιάτικο ήλιο, και την ακτή, απλωμένη δαντέλα, το τελείωμα τούτης της ομορφιάς, που ροβολάει απ’ τις χιονισμένες κορφές του Παρνασσού.

Κατηφορίζοντας προς το λιμάνι της Κίρρας, αφήνουμε στ’ αριστερά το μαντείο των Δελφών και τον απόηχο απ’ το μουρμούρισμα της Πυθίας, και διαβαίνουμε στο αρχαίο μονοπάτι των προσκυνητών και των αθλητών. Έφταναν ορδές από δαύτους, απ’ όλες τις ελληνικές φυλές, και λούζονταν στο φως του Απόλλωνα, κι εξαγνίζονταν σε τούτα τα μέρη πριν ν’ αγωνιστούν για ένα στεφάνι δάφνης στο ιδρωμένο κεφάλι.

Στο διάβα του χρόνου, οι άνθρωποι έτρεξαν πίσω από άλλους Θεούς, και τα χωριά βαφτίστηκαν Άγιος Νεκτάριος, Άγιος Γεώργιος, Παναγία Ζυγωτή, πλάι στη Φρυκτωρία, στην Κασταλία, στις Φαιδριάδες Πέτρες. Και βαφτίστηκαν Άγιος Νικόλαος, Άγιος Πολύκαρπος, πλάι στην Κρίσα και στο Κρισαίο Πεδίο. Αρχαία Ελλάδα και Χριστιανισμός. Παλιότερο και νεότερο φως.

Αύρα θαλασσινή ξεφυλλίζει πάλι την Ιστορία. Τα γέλια μας και τα ξεφωνητά μες το σούρουπο αντηχούν στον ελαιώνα, κι από κει στις πλαγιές, στις αρχαιότητες, στα μοναστήρια, στα ξωκλήσια, στις βουνοκορφές και στις σπηλιές.

Μπρος-πίσω γυρίζουν οι σελίδες της Ιστορίας. Η Μεγαλόχαρη, λεχώνα βρεφοκρατούσα, στέκει μπρος στο Κωρύκειο άντρο, κι άγγελοι Κυρίου, φτεροκοπώντας πάνω απ’ την Κασταλία πηγή, ζυγώνουν σα χελιδόνια να γευτούν τ’ αρχαίο νάμα.

Μπρος-πίσω κάνουμε κι εμείς μέχρι ν’ αποφασίσουμε την επιστροφή. Λειτουργημένοι κι εξαγνισμένοι, προσκυνητές κι ορειβάτες, κινάμε σαν τα πουλιά στο τέλος της μέρας για τις φωλιές μας.