Ψηλά στον Αφέντη Χριστό

Εξόρμηση Προκόπι 2013
03/06/2013
Ανάβαση Ταναΐδα & Καλπακόβραχος, εξόρμηση ιστορική Χαλκίδα 2013
17/06/2013

Ρένα Ραψομανίκη

Μεγάλη σου η Χάρη Αφέντη Χριστέ, μα ήταν ανάγκη να μεταμορφωθείς εκεί ψηλά στο Θαβώρ;
Και καλά… εσύ αφέντης είσαι και λογαριασμό δεν δίνεις.
Οι Κρητικοί ήταν ανάγκη να χτίσουν το εκκλησάκι στην κορυφή της Δίκτης στα 2141 μ;
Και καλά… οι Kρητικοί γνωστοί είναι για τις κουζουλάδες τους.
Εμείς, λογικοί και μυαλωμένοι ορειβάτες το μετρήσαμε καλά όταν αποφασίσαμε να ανεβούμε το γυμνό και άνυδρο πετροβούνι, ενώ η μετεωρολογική προέβλεπε θερμοκρασίες που θα άγγιζαν τους σαράντα;

Ορεξάτοι – αλλά όχι ανυποψίαστοι – καταφθάσαμε, καυτό αυγουστιάτικο απομεσήμερο, στο Αβρακόντε του Λασιθιού. Η αναπάντεχη εμφάνισή μας αναστατώνει την ησυχία του χωριού που μοιάζει έρημο, παραδομένο στη ραστώνη της μεσημεριανής σιέστας. Το ηλικιωμένο ζευγάρι, ιδιοκτήτες του καφενείου της πλατείας, δείχνει ξαφνιασμένο. Τα μάτια της γιαγιάς λάμπουν όταν μαθαίνει τον στόχο μας. « Έχω πάει τρεις φορές με τα παιδιά από το χέρι και φορτωμένη μπατανίες…» Παίρνω θάρρος. Δεν πρέπει να είναι ακατόρθωτο. Πολύ περισσότερο που ο Νίκος, ένας από τους ντόπιους συνορειβάτες, δείχνει απτόητος παρά τα 82 του χρόνια.
Άρα δεν θα είμαι ο αδύναμος κρίκος της ομάδας, αυτοπαρηγοριέμαι, χωρίς να ξέρω πως στη διάρκεια της τριήμερης πορείας θα παίρνω καταπόδι το σταθερό βήμα του Νίκου που ξέρει τα πιο σίγουρα μονοπάτια και τις πιο έξυπνες και ασφαλείς κονταρίδες.
Κονταρίδες!
Τρεις μέρες μαζί τους, και το λεξιλόγιό μου προσαρμόστηκε στην κρητική ντοπιολαλιά.
Κονταρίδα, από το κονταίνω ( έπρεπε να το είχα σκεφτεί ) πάει να πει παράκαμψη που κόβει δρόμο για να τη βγεις πιο μπροστά από τους άλλους.

Η πορεία ξεκινάει ανηφορική, το έδαφος πετρώδες, η βλάστηση θαμνώδης και αγκαθωτή: ένα περιβάλλον που μας προϊδεάζει για το τι πρόκειται να επακολουθήσει. Είμαστε όμως φρέσκοι και ξεκούραστοι και το κυριότερο: με μόνο φορτίο στα σακίδια το νεράκι μας. Τα μπαγκάζια μας θα φτάσουν πριν από μας στο καταφύγιο με αγροτικό. Περπατάμε χαλαρά, σταματάμε να κόψουμε αχλάδια από το δέντρο που ξεφύτρωσε στο δρόμο μας, τα βρίσκουμε και γλυκά και στυφά, κοντοστεκόμαστε ν’ αγναντέψουμε από ψηλά το οροπέδιο του Λασιθίου, με τους περίφημους ανεμόμυλους, που ο αριθμός τους έχει ελαττωθεί δραματικά, ο ήλιος έχει αρκετά χαμηλώσει, η ζέστη υποφερτή… μια καλή προθέρμανση.

Κάποιος ανοιχτομάτης διακρίνει στο βάθος ένα πουλί με τεράστιο άνοιγμα φτερών που βουτάει χαμηλά στο έδαφος. Όρνιο που έχει μυριστεί ψοφίμι. Κι ενώ οι φωτογραφικές ζουμάρουν να απαθανατίσουν, τα πουλιά πολλαπλασιάζονται. Και ένα… και δύο… και τρία… και τέσσερα… και όλα κάνουν κύκλους γύρο από το ίδιο σημείο – όχι πολύ μακριά από την πορεία μας – και ζυγιάζονται πριν εφορμήσουν. Πέταγμα περήφανο, κίνηση ασυγκράτητα ορμητική χωρίς η βιάση να της στερεί τη χάρη. Ταυτόχρονα, απεγνωσμένα βελάσματα αντηχούν στην απέναντι βουνοκορφή. Όσο κι αν προσπαθούμε, δεν καταφέρνουμε να εντοπίσουμε την πηγή της αγωνιώδους έκκλησης για βοήθεια. Αισθανόμαστε, άλλωστε, ανίσχυροι να συνεισφέρουμε και παγώνουμε στην ιδέα πως κάποιο ζώο ξέκοψε από το κοπάδι και τα όρνια το μυρίστηκαν απομονωμένο κι ανυπεράσπιστο. Η φύση δεν είναι τόσο ειδυλλιακή, όσο την περιγράφουν οι ρομαντικοί. Το δίκιο του ισχυρότερου, ο αγώνας της επιβίωσης, η πίεση της αυτοσυντήρησης, η βία… τα βασικά ένστικτα.

Αποδείχτηκαν ανεξάρτητα γεγονότα. Τα βελάσματα σταματούν, το σόου με τα όρνια παίρνει τέλος. Τα παρατηρούμε καθώς απομακρύνονται και εξαφανίζονται στον ορίζοντα. Ό,τι είχε να τους δώσει η περιοχή, το πήραν. Πάνε γι άλλα. Πλησιάζοντας ανακαλύπτουμε σκόρπια υπολείμματα από το μεγάλο φαγοπότι: προβιές, παΐδια, κρανία με στόματα που χάσκουν και στρογγυλές τρύπες στη θέση των ματιών. Ό,τι περίσσεψε από το τσιμπούσι θα μείνει εκεί να ανακυκλωθεί με φυσικές διαδικασίες. Σε αντάλλαγμα μας άφησαν ένα πανέμορφο φτερό που ξεκόλλησε πάνω στη φούρια και που κρατάμε σαν πολύτιμο αναμνηστικό.

Φτάνοντας στην κορυφογραμμή βλέπουμε ξαπλωμένο στα πόδια μας το οροπέδιο Λιμνάκαρο μικρότερο σε έκταση από του Λασιθίου, αλλά εξ ίσου εύφορο. Κατεβαίνουμε προσεκτικά τα σαθρά πετρώματα να φτάσουμε στον χωματόδρομο που εφάπτεται στο οροπέδιο. Σύντομη στάση στο δίδυμο εκκλησάκι και δρόμο για το τελικό ανέβασμα. Μονοπάτι ουσιαστικά δεν υπάρχει, η μαύρη σωλήνα όμως που κουβαλάει νερό από την πηγή είναι ασφαλής οδηγός και την ακολουθούμε πιστά. Κάποια τεράστια πουρνάρια – πρίνοι κατά τους Κρητικούς – τονίζουν με τη μοναχική παρουσία τους τη γύμνια του τοπίου. Ένα από αυτά είναι δίδυμο και αφήνει ένα στενό άνοιγμα ανάμεσα στους δύο κορμούς από το οποίο περνάμε σαν να ’ναι πόρτα. Στο βάθος το πετρόχτιστο καταφύγιο με τις επικλινείς στέγες βάφεται κόκκινο από κάποιες καθυστερημένες ακτίνες του ήλιου που βασιλεύει.

Από τα ηχεία του αγροτικού, που έχει παρκάρει στον περίβολο, ξεχύνεται κρητική μουσική για καλωσόρισμα. Πιανόμαστε για έναν Μαλεβιζιώτη. Μέχρι να κάνουμε στοιχειώδη καθαριότητα με το παγωμένο νερό στο ντους, να διευθετήσουμε τα της διαμονής, να διαλέξουμε κουκέτα και μαξιλάρι, να ανοίξουμε υπνόσακους, να οργανώσουμε το μεγάλο σακίδιο της επομένης, έχει πάρει να σκοτεινιάζει. Μόλις που προλαβαίνουμε να απολαύσουμε στον περίβολο την γλυκιά ώρα που το σκοτάδι παίρνει φαλάγγι το φως και οι κορφές ολόγυρα γεμίζουν ίσκιους. Είμαστε στα 1330μ στη θέση Στροβίλι κι από την κουζίνα ξεχύνονται μοσχοβολιές ικανές να κολάσουν και τους πιο εγκρατείς πόσω μάλλον ξελιγωμένους ορειβάτες. Κατσίκι χρονιάρικο βραστό και τα μακαρόνια βρασμένα στο ζουμί και πασπαλισμένα με μπόλικη κρητική γραβιέρα. Λιχουδιά από τις λίγες που συνοδεύεται από εκλεκτό κόκκινο κρασί. Τύφλα να ‘χουν οι χρυσοί σκούφοι των γκουρμέ εστιατορίων. Οι γλώσσες λύνονται και τα λόγια κυλούν ροδάνι. Η θεματολογία είναι η αναμενόμενη σε μια συνάντηση ορειβατών. Αναμνήσεις από εξορμήσεις, περιπέτειες σε κορυφές, ταλαιπωρίες σε φαράγγια, δυσκολίες σε κακοτοπιές, σχεδιασμοί για κοινές εξορμήσεις που συνήθως μένουν ασκήσεις επί χάρτου. Οι ψαράδες και οι κυνηγοί έχουν τ’ όνομα μα κι οι ορειβάτες δεν πάνε πίσω στη χάρη. Λίγο πριν η κούραση βαρύνει τα βλέφαρα ο Γιώργος, που έχει το γενικό πρόσταγμα, δίνει λεπτομέρειες για το αυριανό πρόγραμμα. Είναι καθησυχαστικός και εμψυχωτικός, αλλά ανυποχώρητος στο θέμα του νερού.
-Θα κουβαλάμε έξι μπουκάλια το λιγότερο – ο ευτραφής της παρέας ένα παραπάνω. Κάθε είκοσι λεπτά θα σταματάμε για τρεις ρουφιές. Δεν θα διακινδυνεύσουμε μια αφυδάτωση. Το νερό πρέπει να μας καλύψει για 36 θερμές ώρες.

Κάνω πρόχειρους υπολογισμούς: έξι μπουκάλια ίσον εννιά λίτρα, περίπου εννιά κιλά – δέκα αν υπολογίσεις και το βάρος των πλαστικών μπουκαλιών – συν υπνόσακος συν υπόστρωμα συν χοντρό φλις για το κρύο συν αντιανεμικό για τον αέρα συν τροφή για 36 ώρες, δεν καθαρίζω με λιγότερο από δεκαοχτώ κιλά. Είναι πάνω από τις δυνάμεις μου. Παζαρεύω.
-Δεν μπορώ να πάρω πάνω από τρία μπουκάλια.
-Δεν σε παίρνω μαζί μου.
-Τέσσερα.
-Με δική σου ευθύνη.

Ο ύπνος είναι μονοκόμματος. Η μοσχοβολιά του δίκταμου που βράζει στην κουζίνα γλιστράει στον κοιτώνα, πλησιάζει την κουκέτα, χαϊδεύει τα κοιμισμένα ρουθούνια, ξυπνάει την όσφρηση. Η πρώτη αίσθηση της ημέρας. Έχει ξημερώσει. Πρωινό με κριθαροκούλουρο, θυμαρίσιο μέλι και τα κομμάτια της γραβιέρας που περίσσεψε από χτες. Το ευωδιαστό ρόφημα, που αχνίζει στα ποτήρια, μπαίνει στο κέντρο της κουβέντας.
-Δίκτη… δίκταμο. Τυχαίο;
-Καθόλου. Εδώ φυτρώνει. Στους απόκρημνους γκρεμούς, τα δέτια που λέμε εμείς. Το λέει και η μαντινάδα.

Ας ήμουνα στον Πέμπονα χαράκι χιονισμένο,

Και να ’χα μια ραγισματιά μ’ έρωντα φυτρωμένο.

-Και γιατί έρωντα;
-Α, έχει την ιστορία του. Αφού η συλλογή είναι επικίνδυνη αποστολή, οι ερωτευμένοι κυριολεκτικά γκρεμοτσακίζονταν στα δέτια για να φέρουν, σαν απόδειξη αγάπης, ένα μάτσο δίκταμο στην καλή τους, γεγονός που δεν θα έμενε χωρίς καταγραφή.

Εσύ ’σαι μια αδικταμιά στο δέτι φυτρωμένη,

Κι είναι για το χατίρι σου ανθρώποι σκοτωμένοι.

-Α, εσείς οι Κρητικοί! Από την εποχή του Ερωτόκριτου, ανακατεύετε εκρηκτικά έρωτα και παλληκαριά.
Γελάνε καταφατικά και προς επίρρωση να και το δίστιχο.

Με του Βαρσάμου το νερό, όσο μπελάς κι αν είναι,

θα φέρνω να ποτίζεσαι μελαχρινέ μου κρίνε.

Η λυρική αντίφαση του μελαχρινού κρίνου μας γαργαλάει ν’ ακούσουμε κι άλλα, μα καλό είναι να τελειώνουμε με το πρωινό. Μας περιμένουν τα δύσκολα και πρέπει να εκμεταλλευτούμε τη δροσιά της αυγής. Ο ένας βοηθάει τον άλλο να ζαλωθεί το βαρυφορτωμένο σακίδιο, λέμε αντίο στις ανέσεις ενός πολιτισμένου καταφυγίου και παίρνουμε το κακοτράχαλο μονοπάτι περπατώντας πάνω σε γκρίζες πέτρες κι ανάμεσα σε γκρίζες πέτρες.

Νιώθω το κορμί να παραπαίει στην προσπάθεια να ισοζυγιάσει το βάρος.
Δεν θα τα καταφέρω. Να γυρίσω πίσω στο καταφύγιο όσο είναι ακόμα καιρός, μετά ο δρόμος είναι χωρίς επιστροφή.
Αργότερα έμαθα πως δεν ήμουν η μόνη που έκανα παρόμοιες σκέψεις.
Δεν λογαριάσαμε την απίστευτη ικανότητα προσαρμογής και την τεράστια δύναμη του μυαλού που οδηγεί το σώμα.
Να μη μας δώσει ο Θεός όσα μπορούμε να αντέξουμε. Ο ίσκιος του Καζαντζάκη δεν θα μπορούσε παρά να βαραίνει πάνω μου.
Χωρίς να γίνει ποτέ εύκολη, η πορεία γίνεται υποφερτή μετά την πρώτη ώρα.
Μπορώ πια να αποσπάσω ένα μέρος της προσοχής από την ισορροπία και να αφοσιωθώ στην παρατήρηση.
Πέτρα… πέτρα… πέτρα.
Αγκάθια… αγκάθια… αγκάθια.

Χαμηλοί θάμνοι σκουροπράσινοι, σκονισμένοι, αγκαθεροί, είναι η μοναδική χλωρίδα που θα συναντήσουμε. Η πρόνοια προσαρμογής στο άνυδρο περιβάλλον: τα σκληρά και βελονωτά φύλλα ελαχιστοποιούν τα επίπεδα διαπνοής εξοικονομώντας πολύτιμο νερό. Ακόμα και η παραλλαγή του θυμαριού μας ξενίζει. Μα είναι θυμάρι αυτό που αγκυλώνει; Ένα είδος χαμηλού θάμνου – αγριοκερασιά μας τον είπαν, κι όχι άδικα – είναι κατάφορτο από μικρούς, ώριμους, στρογγυλούς, κόκκινους καρπούς. Το κουκούτσι τεράστιο, η σάρκα, ελάχιστη μα νόστιμη, γλυκόξινη και δροσιστική. Μετά την πρώτη διστακτική δοκιμή, τους τρυγάμε κανονικά. Αυτή η γαλαντόμα φύση!

Έχουμε φτάσει στη διακλάδωση: αριστερά η ψηλότερη κορφή της Δίκτης – το Σπαθί – ευθεία η Ψαρή Μαδάρα, αλλιώς Αφέντης Χριστός – ο τελικός μας προορισμός. Το πλάνο μας προβλέπει παράκαμψη για το Σπαθί. Μοιάζει ίσως ορειβατικός πλεονασμός, μια και το υψόμετρο των δύο κορυφών διαφέρει μόλις κατά7 μέτρα, μα ο χρόνος το επιτρέπει και είναι πολύ δελεαστική η προοπτική να απολαύσουμε το περπάτημα χωρίς βάρος. Σωριάζουμε τα σακίδια δίπλα στο μεγάλο βράχο και ανεβαίνουμε με αλαφροπάτητο βήμα κουβαλώντας μόνο νερό. Η παλιά, γνωστή, και σοφή ίσως, μέθοδος του Χότζα. Αν υποστείς το επώδυνο, εκείνο που κάποτε έβλεπες δύσκολο, φαντάζει απλό κι ας μην έχει διαφοροποιηθεί στο παραμικρό.

Η κορυφή δεν έχει μπει ακόμα στο οπτικό πεδίο. Θα αγκαλιάσουμε γύρο- γύρο το βουνό μέχρι να την προσεγγίσουμε. Καθώς τα αλτίμετρα δείχνουν να πλησιάζουμε τα δύο χιλιόμετρα, η μέρα προχωράει κι ο αέρας παίρνει να δυναμώνει. Ευεργετικός επειδή κάνει τη θερμοκρασία που νιώθουμε αισθητά μικρότερη από την αντικειμενική, περιορίζει τα επίπεδα του ιδρώτα και μειώνει τις απαιτήσεις μας σε νερό. Ενοχλητικός γιατί αντιστέκεται στο περπάτημα – όταν είναι αντίθετος – ή απειλεί να μας παρασύρει, κυρίως όταν έρχεται ύπουλα από το πλάι. Πλησιάζοντας την κορυφή περπατάμε στο φρύδι του βουνού. Τα ψηλά βράχια που οχυρώνουν την άκρη του μονοπατιού εμποδίζουν την οπτική επαφή με τον γκρεμό που χάσκει δίπλα μας, εκτός αν ηθελημένα πλησιάσουμε να πάρουμε γεύση από τον ίλιγγο του ύψους. Ο ήχος του ανέμου που ξεσπάει την ορμή του πάνω στα βράχια θυμίζει έντονα θάλασσα που λυσσομανάει πάνω στον κυματοθραύστη. Αν κλείσουμε τα μάτια και ξεχαστούμε μπορούμε να πάρουμε όρκο πως βρισκόμαστε σε Αιγαιοπελαγίτικο νησί σε ώρα θύελλας.

Θα ονόμαζα αδίστακτα την κορυφή ανεμοδαρμένα ύψη, μα πρόλαβε να το κατοχυρώσει η Έμιλι Μπροντέ, η θέα όμως από κει αποζημιώνει. Η Ιεράπετρα με τα θερμοκήπια να γυαλοκοπάνε στον ήλιο, το Ηράκλειο μια πελώρια τσιμεντούπολη, ο Άγιος Νικόλαος γραφικός και από ψηλά, δύο πέλαγα το Λιβυκό και το Κρητικό να συναγωνίζονται στο στραφτάλισμα, οι βουνοκορφές να υψώνονται αιώνιες ολόγυρα. Το μεγαλύτερο κομμάτι της Κρήτης κυριολεκτικά στα πόδια μας. Σε μια κρύπτη στο κολονάκι του τριγωνομετρικού σημείου βρίσκουμε το βιβλίο εντυπώσεων. Καταγράφουμε το πέρασμά μας από δω και βιαζόμαστε να πάρουμε τον κατήφορο. Κατεβαίνουμε τρέχοντας να συναντήσουμε τα σακίδια που – ευτυχώς και δυστυχώς – μας περιμένουν υπομονετικά.

Ο αέρας έχει γίνει απειλητικός. Κι αυτό ακόμα το βαρύ φορτίο αποδεικνύεται ανεπαρκές να με κρατήσει σταθερά στο έδαφος. Είμαι σε ετοιμότητα να σταματήσω στιγμιαία και να χαμηλώσω το κέντρο βάρους μέχρι να περάσει η μανία μιας ριπής. Όταν με βρίσκει αφηρημένη ή απροετοίμαστη δεν το ’χει σε τίποτα να με πετάξει στις πέτρες ή τ’ αγκάθια. Στον απολογισμό θα μετρήσω αμυχές, γρατζουνιές και ξεγδάρματα. Κι ενώ όλη η προσοχή είναι στην ευστάθεια, δεν θέλω να χάσω και το παραμικρό από την μεγαλόπρεπη αγριάδα του τοπίου. Να μετρήσω με το βλέμμα το βάθος της κωνικής χοάνης που σχηματίζεται στ’ αριστερά και που πολλαπλασιάζει τον ήχο του ανέμου μέσα από διαδοχικές ανακλάσεις λειτουργώντας σαν υπερμέγεθες αντηχείο. Να χαϊδέψω τη γυαλιστερή επιφάνεια του λευκού κρυσταλλιζέ πετρώματος που ξεφύτρωσε αναπάντεχα και που δείχνει ηφαιστειακό, τόσο ξένο προς τα γκρίζα σχιστολιθικά πετρώματα που μας συντροφεύουν από το πρωί.

Μονοπάτι παίρνουμε… μονοπάτι αφήνουμε, βουνοκορφή ανεβαίνουμε… πλαγιά κατεβαίνουμε, από το ένα βουνό περνάμε στο επόμενο… μια αλληλουχία κορυφών που μας οδηγεί όλο και πιο ψηλά λες και προορισμός μας είναι ο ουρανός. Ο ήλιος δεν κάνει σκαμπανεβάσματα. Ανέβηκε και τώρα έχει πάρει τον κατήφορο. Είναι πέντε το απόγευμα όταν συναντάμε τον παπά-Γιώργη. Αθλητικά παπούτσια, πολιτική περιβολή, βαρύ σακίδιο στους ώμους. Δεν τον ξεχωρίζεις από ένα συνηθισμένο ορειβάτη μα οι σύντροφοι κρητικοί τον αναγνωρίζουν και πιάνουν κουβεντούλα μαζί του. Χαιρετάει και μας προσπερνάει. Βιάζεται να είναι στην ώρα του για τον εσπερινό.

Στην απέναντι κορυφή σκάει μύτη η σκεπή από το εκκλησάκι. Όταν βλέπεις τον στόχο είναι σαν να τον έχεις πιάσει κι ας χρειάζεται ένα τελευταίο κατέβασμα πριν μπούμε στην τελική ανηφορική ευθεία.
Πλησιάζοντας, κι ενώ επιστρατεύω ό,τι εφεδρικές δυνάμεις έχουν απομείνει, μια ύπουλη σκέψη κάνει δυναμικά την εμφάνισή της.
Που στην ευχή θα κοιμηθούμε;
Το εκκλησάκι είναι ακριβώς στην κορυφή, εμείς προφανώς θα στρώσουμε πιο χαμηλά μα το έδαφος είναι επικλινές και σπαρμένο πέτρες. Είναι αδύνατο ν’ απλώσεις υπνόσακο πάνω τους εκτός αν έχεις κάνει φακίρης.

Άδικα αγωνιώ. Δεν υπολόγισα πως έχουμε φίλους. Και οι φίλοι μας έχουν φίλους. Και οι φίλοι των φίλων σου είναι και δικοί σου φίλοι. Με δυο λόγια υπάρχουν στοιχειώδεις υποδομές κι εμείς είμαστε φιλοξενούμενοι. Λίγο πριν προσεγγίσουμε το εκκλησάκι, μας καλωσορίζουν και μας ταχτοποιούν. Τι προτιμάμε; Μονόκλινο κατάλυμα… δίκλινο; Κάποιοι έχουν φροντίσει να ξεπετρώσουν μικρά, σχεδόν επίπεδα κομμάτια γης ίσα-ίσα να χωράνε ένας ή δύο υπνόσακοι. Οι πέτρες που βγήκαν τοποθετήθηκαν με τάξη περιμετρικά έτσι που να οριοθετείται το ατομικό κατάλυμα. Για το ασθενές φύλο υπήρξε ιδιαίτερη φροντίδα. Κάπου βρέθηκε παραχωμένο, από προηγούμενες χρονιές, ένα χοντρό διαφανές νάιλον. Το στρώνουμε κατάχαμα να εμποδίσει την υγρασία να μας περονιάσει, το στερεώνουμε με βαριές πέτρες να μη το σηκώνει ο αέρας, από πάνω το υπόστρωμα και τέλος ο υπνόσακος. Πολυτελές κατάλυμα κυριολεκτικά πολυάστερου ξενοδοχείου!

Πάνω που οργανώνουμε τη διανυκτέρευση έρχονται και τα κεράσματα. Ρακές με συνοδευτικό ντόπιο αγγουράκι. Νηστεία, βλέπεις. Οι προσκυνητές θα κοινωνήσουν το πρωί και το φαγητό είναι λιτό. Οι ρακές όμως άφθονες. Αρνιόμαστε τον δεύτερο γύρο.
-Μία ρακή δεν φτάνει, επιμένουν.
-Δεν φτάνει, ε; Έχε χάρη που δεν υπάρχει λύρα. Να κελαηδήσει ένα πεντοζάλη να στήσουμε τον κύκλο, να δεις πως φτάνει και περισσεύει.

Ένα λευκό αραχνοΰφαντο χαμηλό σύννεφο ορμάει καταπάνω μας σπρωγμένο από τον άνεμο. Μας προσπερνάει κι απομακρύνεται παραχωρώντας την θέση του σε άλλο. Έρχονται απανωτά σε αλλεπάλληλα κύματα κι ενώ πλησιάζουν μονοκόμματα, στη συνέχεια σπάνε σε αέρινα κομμάτια φτιάχνοντας ποικιλία σχηματισμών που μεταπλάθονται και μεταλλάσσονται ερεθίζοντας ανεξέλεγκτα τη φαντασία.
-Μια τίγρης!
-Ένα πλατύγυρο καπέλο!
-Η Εύβοια!

Η καμπάνα σημαίνει πανηγυρικά ειδοποιώντας πως ο εσπερινός αρχίζει. Φοράμε ζεστά μπουφάν με κουκούλα και ανηφορίζουμε. Στο εσωτερικό, που φωτίζεται από το μανουάλι με τα κεριά, ίσα που χωράνε δέκα άτομα: ο παπάς, οι ψαλτάδες, πεντ’-έξι ακόμα. Οι υπόλοιποι συνωστιζόμαστε στον περίβολο. Η συντριπτική πλειονότητα, ντόπιοι από τα γειτονικά χωριά της Βιάννου που ήλθαν από την άλλη πλευρά του βουνού, αυτήν που εμείς θα κατεβούμε αύριο. Η αρτοκλασία, που ακολουθεί τον εσπερινό θα γίνει στον περίβολο. Ένας τραπέζι, φτιαγμένο από πέτρες, επιμελώς τοποθετημένες σε επίπεδες στρώσεις, έχει σκεπαστεί με λευκό κεντημένο κοφτό τραπεζομάντηλο και πάνω έχει απλωθεί με τάξη πλήθος άρτων. Ο παπάς ψέλνει θυμιατίζοντας και δέεται υπέρ των δωρητών διαβάζοντας τα ονόματά πάνω σε χαρτάκια πρόχειρα καρφιτσωμένα στο διαφανές περιτύλιγμα των άρτων. Τα αθλητικά παπούτσια, που προβάλλουν κάτω από το ράσο, είναι όσο να πεις μια ανορθογραφία μα ποιος νοιάζεται;

Ο άρτος είναι πεντανόστιμος, δεν τρώω όμως παρά μια μπουκιά. Ο υπόλοιπος θα αποτελέσει το αυριανό πρωινό μου. Ελαχιστοποίηση αναγκών.

Με το τέλος της αρτοκλασίας ανακοινώνεται πως ο παπάς θα διαβάσει τη συγχωρετική ευχή για όσους πρόκειται να κοινωνήσουν αύριο. Τι είναι τούτο πάλι; Στην είσοδο της εκκλησίας οι ενδιαφερόμενοι περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους. Με ενθαρρύνουν να πάρω θέση πράγμα που κάνω κι ας νιώθω κάπως παρείσακτη. Η σκηνή, που βλέπω όταν φτάνω στην πόρτα, είναι κατανυκτική. Οι πιστοί στέκονται ο ένας πίσω από τον άλλο, έχοντας σχηματίσει μια καμπουρωτή ουρά. Ο ένας ακουμπάει το χέρι στον ώμο του άλλου και ο παπάς έχει σκεπάσει με το πετραχήλι το κεφάλι του πρώτου έτσι που η ευλογία να περνάει από τον ένα στον άλλο. Μια ολιγόλεπτη, συνοπτική και ομαδική άφεση αμαρτιών. Η πρώτη ομάδα αποχωρεί ευλαβικά και δίνει θέση στην επόμενη.

Ο ήλιος πάει να δύσει πίσω από τον Ψηλορείτη που, καθώς φωτίζεται και χρωματίζεται, γίνεται πιο επιβλητικός ίσα-ίσα για να μας κοροϊδέψει θυμίζοντας πως για κάθε μία κορυφή που πατάμε υπάρχει μια ψηλότερη που μας περιμένει.

Το κρύο γίνεται τσουχτερό – πρέπει να έχουμε 30 βαθμούς διαφορά από το μεσημέρι – ο αέρας λυσσομανάει και πριν ακόμα οι αποχρώσεις της δύσης σβήσουν στον ορίζοντα έχω ήδη τυλιχτεί και πέσει για ύπνο που με παίρνει πριν προλάβω να κλείσω τα μάτια.

Ξυπνάω με την έντονη αίσθηση πως κάποιος έχει ρίξει φακό στα μάτια μου. Η λάμψη είναι ενοχλητικά εκτυφλωτική. Ποιος κάνει παιχνιδάκια τέτοια ώρα; Αποκτάω επαφή με το περιβάλλον και βλέπω στ’ ανατολικά ένα σχεδόν ολόγιομο φεγγάρι που λούζει την κοιμισμένη κατασκήνωση στο απόκοσμο φως του κάνοντας τ’ αστέρια να χλομιάσουν από ζήλια και να εξαφανιστούν. Η απότομη αλλαγή στον φωτισμό ενός κατασκότεινου τοπίου, που δεν το προσεγγίζει το παραμικρό ίχνος τεχνητού φωτός, και στην φωτοχυσία που προκάλεσε η εμφάνιση της Αυγουστιάτικης πανσελήνου στάθηκε ικανή διέγερση για να διακόψει τον ύπνο μου.
Ν’ αποστρέφεσαι τη Σελήνη σαν έδαφος.
Λυρική η υποθήκη του Νίκου Καρούζου προς τον Ηλία Πετρόπουλο.
Τ’ αποτυπώματα των παπουτσιών του Άρμστρονγκ στη σκονισμένη επιφάνεια του δορυφόρου της Γης δεν αφήνουν περιθώρια για αμφισβήτηση. Μα μια τέτοια Σελήνη σαν θλιμμένο, ωχρό πρόσωπο, τη λες μαργαριτάρι, τη λες ασημένιο μενταγιόν κρεμασμένο στο λαιμό του ουρανού, τη λες αργυρόλευκο τόπι παιχνίδι των αγγέλων, τη λες ξελογιάστρα των αισθήσεων και δημιουργό παραισθήσεων, τη λες κροκόπεπλη Εκάτη, παρασυρμένη από τον ορφικό ύμνο, μα έδαφος δεν σου πάει ούτε να την πεις ούτε να την διανοηθείς.

Ανασηκώνομαι ελαφρά. Είμαι σίγουρη πως δίπλα και παραδίπλα κοιμούνται γνωστοί και άγνωστοι, μα έχω μια έντονη αίσθηση πως είμαι ο τελευταίος άνθρωπος στη γη. Νιώθω τις αισθήσεις να οξύνονται σε μια προσπάθεια να αντιληφθώ τον γύρο κόσμο μα το μόνο που καταφέρνω είναι να αφουγκραστώ τον απόλυτο ήχο της σιωπής. Η υγρασία, που έχει μουσκέψει το εξωτερικό του υπνόσακου, κάνει την αψιά μυρωδιά από κακαράτζες κατσικιών, που αφθονούν γύρο και κάτω από τα στρωσίδια, έντονη και, περιέργως, όχι δυσάρεστη. Τα μάτια προσαρμόζονται στο ημίφως και διακρίνουν περιγράμματα: καμπύλες κορυφές, πέτρινοι σχηματισμοί, γωνιώδεις προεξοχές, αιχμηρά βράχια, η επικλινής στέγη της εκκλησίας στην κορυφή. Αναζητάω τις δυο αρκούδες στον βόρειο ουρανό. Ξεχωρίζω εκείνη την πλευρά της μεγάλης που αν προεκταθεί συναντάει τον πολικό. Ξέρω πως τα τρία αστέρια σχηματίζουν τον ωροδείκτη ενός τεράστιου νυχτερινού ρολογιού που περιστρέφεται αέναα με κέντρο το ακίνητο αστέρι του βορρά. Εκτιμάω την ώρα διαβάζοντας νοερά τους χάρτες του νυχτερινού κρητικού ουρανού που είχα μελετήσει με την προοπτική του ταξιδιού. Γύρο στις έντεκα. Μια μαγική ενδεκάτη νυχτερινή. Ξαπλώνω αποφασισμένη να συνεχίσω τον ύπνο. Η πέτρα που ακουμπάει στα πλευρά μου έχει αντίθετη άποψη. Συγυρίζω προσπαθώντας να την αποφύγω. Βολεύομαι, κουκουλώνομαι και ξαναβυθίζομαι.

Με ξυπνάει για τα καλά ο γνώριμος στους κατασκηνωτές χαρακτηριστικός ήχος από φερμουάρ που σέρνονται. Η κατασκήνωση ξυπνάει στη γιορτή της αυγής. Η πρώτη εικόνα είναι εκείνο το αμιγές γλαυκό που έχουμε στερηθεί στις πόλεις και που σε λίγο θα νοθευτεί από το κίτρινο των πρώτων βιαστικών αχτίνων. Ο ήλιος ανατέλλει. Είναι ο ίδιος ήλιος που καληνυχτίσαμε χτες, μα όχι ακριβώς. Η ανατολή έχει μια δική της ένταση, μια βιασύνη, μια φούρια να προλάβει: την βιάση της νιότης, τη δυναμική του ξεκινήματος. Η δύση έχει άλλη γλύκα, άλλη μελαγχολία, μια βραδύτητα, μια διάθεση για καθυστέρηση. Το φως αργεί να ξεθωριάσει, αλλάζει χρώματα σε μια προσπάθεια να παρατείνει την ύπαρξή του, να ξεγελάσει το σκοτάδι, να αποφύγει την ακύρωση.

Ρίχνω μια μηχανική ματιά στην κορυφή. Έκπληξη! Πλήθος κόσμου! Πότε ήλθαν; Όσο κι αν η ανάβαση από την άλλη πλευρά του βουνού είναι συντομότερη, πρέπει να ξεκίνησαν αχάραγα για να βρίσκονται κι όλας εδώ.

Φορτωνόμαστε για μια ακόμα φορά τα μπαγκάζια και ξεκινάμε ενώ η λειτουργία βρίσκεται σε εξέλιξη. Σήμερα θα μας πάρει ο κατήφορος, αλλά ας μη βιαζόμαστε να χαρούμε. Μετά την πρώτη κατηφοριά μας περιμένει ένα ακόμα ανέβασμα. Στο πιο ψηλό σημείο της απέναντι κορυφής αποχαιρετάμε το εκκλησάκι. Είναι το τελευταίο σημείο απ’ όπου είναι ορατό.

Το κατηφορικό μονοπάτι δεν είναι περίπατος. Η σάρα είναι σαθρή, ένα γλίστρημα εύκολα σε παρασέρνει και ο γκρεμός στέκει απειλητικός στα δεξιά μας. Προχωράμε αργά, φρεναριστά, με μεγάλη προσοχή και συχνές στάσεις σε πλήρη αντίθεση με τα νέα παιδιά – βοσκόπουλα τα περισσότερα –που τρέχουν κάνοντας κόντρες ισορροπώντας με άνεση και ευχέρεια πάνω στις πέτρες-παγίδες. Μας προσπερνάνε με γέλια και φωνές κι ας έχουν ξεκινήσει μετά από μας. Έκαστος στο είδος του. Κάποιες ώρες αργότερα κάνει την εμφάνισή του στα χαμηλά το οροπέδιο Ομαλού Βιάννου. Ένα μεγάλο πράσινο αποτύπωμα υποδηλώνει τη θέση της εποχιακής λίμνης που μέσα στο κατακαλόκαιρο έχει πια ξεραθεί. Το εκκλησάκι του Αγίου Πνεύματος με το αγίασμα είναι κρυμμένο στα δεξιά. Το πρόγραμμα προέβλεπε επίσκεψη μόνο στην περίπτωση που θα είχαμε ανάγκη νερού, μα οι προμήθειες αποδείχτηκαν επαρκείς.
Ένας θεόρατος πρίνος, που στη σκιά του κάνουμε στάση για ξεκούραση, σηματοδοτεί το τέλος του γυμνού. Θα συναντάμε όλο και περισσότερους και η σκιά τους αποδεικνύεται ευεργετική καθώς ο αέρας έχει πέσει εντελώς και η άπνοια κάνει τη ζέστη εξουθενωτική. Πάλι τριάντα βαθμοί διαφορά από το ξεκίνημα. Το μονοπάτι είναι ουσιαστικά ανύπαρκτο και κατεβαίνουμε με γνώμονα την κατεύθυνση που θα μας βγάλει στο μοναδικό κομμάτι που θα βρούμε ανοιχτή τη συρμάτινη περίφραξη που οριοθετεί τις ιδιοκτησίες στο οροπέδιο. Αλλιώς θα χρειαστεί να περπατήσουμε παράλληλα με το σύρμα και δεν είναι ώρα για τέτοια.

Από το οροπέδιο και μετά το τοπίο αλλάζει άρδην και η πορεία αλλάζει ύφος. Το μονοπάτι περνάει από πευκόφυτες εκτάσεις και οι πευκοβελόνες φτιάχνουν αφράτο βελουδένιο χαλί – μια ανακουφιστική αίσθηση για τα πέλματα που δεινοπάθησαν στο κακοτράχαλο. Στο ξύλινο κιόσκι της περιοχής με το ευφάνταστο όνομα «κούτελο του Παραδείσου» θαυμάζουμε τη θέα και βλέπουμε την κάτω Σύμη, το τέρμα της εξόρμησης. Δίδυμη με την πάνω Σύμη, χωριά πνιγμένα και τα δύο στα νερά ,τα πλατάνια, τη δροσιά – άλλος Θεός εδώ. Μόνο που η μία ανήκει στον νομό Λασιθίου και η άλλη στο Ηράκλειο. Μετά από τριών ημερών περιδιάβαση στα Λασιθιώτικα βουνά περάσαμε από τον ένα νομό στον άλλο. Στις παρυφές του χωριού δεν λυπάμαι να σπαταλήσω λίγο χρόνο κάτω από τον καυτερό ήλιο να μαζέψω φασκόμηλο. Η μοσχοβολιά του κρητικού φασκόμηλου θα κατακλύζει τα χειμωνιάτικα πρωινά την κουζίνα μου.

Στην ταβέρνα καταβροχθίζουμε τα φαγητά με τη βουλιμία του στερημένου. Συμιακά φασολάκια με κρέας ή σκέτα, ψητό αντικριστό, ντόπιο τυρί, οι απαραίτητες ρακές.
Οι προπόσεις καταλήγουν με τη μόνιμη επωδό: πάντα ψηλά.

(Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο blog «Γιούλια Ολόμπλαβα» της Ρένας Ραψομανίκη, μέλους του συλλόγου μας, και αναδημοσιεύτηκε στο τεύχος 93 του περιοδικού Ελληνικό Πανόραμα.)