Λαυρεωτική και Σουνιάδα

Ανάβαση Ταναΐδα & Καλπακόβραχος, εξόρμηση ιστορική Χαλκίδα 2013
17/06/2013
Εξόρμηση Γράμμος 2013
10/07/2013

Δημήτρης Κατσαρός

Λαυρεωτική και Σουνιάδα: αρβανιτοχώρια και ξεροπήγαδα, αμπέλια ξερικά και παλιοχώραφα, σκουριές πανάρχαιες και εκβολάδες. Κόσμος βασανισμένος, σακατεμένος. Με το καλέμι και με τα νύχια έγδερνε τη μάνα γη, άρμεγε ολημερίς ετούτο τον πακτωλό. Εξόριστος ο δίκαιος Αριστείδης φώναζε να μοιραστεί ο θησαυρός στους πολίτες της Αθήνας. Διορατικός ηγέτης ο Θεμιστοκλής, αλλιώς αποφάσισε: ο μόχθος των δούλων του Λαυρίου έκανε την Αθήνα θαλασσοκρατόρισσα.

Πέρασαν τα χρόνια κι ήρθαν άλλοι καιροί. Η Ασία του Μεγαλέξανδρου κόμιζε φθηνό μέταλλο στις ελληνιστικές μητροπόλεις. Ερήμωσε τότε ο τόπος. Στοίχειωσε η πληγωμένη γη. Εγκαταλείφθηκαν οι στοές να χάσκουν κάτω από το σκληρό ήλιο, και τις κατοίκησαν οχιές και κουκουβάγιες.

Πέρασαν κι άλλα χρόνια, αμέτρητα. Ήλθε και παρήλθε η τουρκοκρατία, κυβέρνησαν και ανατράπηκαν οι Βαυαροί, και το ενδιαφέρον για τις αρχαίες σκουριές άνθισε πάλι. Παρουσιάστηκαν Φράγκοι επιτήδειοι και ντόπιοι ευεργέτες. Κόσμος ταλαίπωρος και πλανεμένος έπιασε πάλι το καλέμι και το σφυρί, και ξανασπίθισε το αρχαίο καμίνι. Πίστεψε σε γλαύκες ολόχρυσες και σακατεύτηκε. Τα εργατικά ατυχήματα τα κουκούλωσε το χώμα της Λαυρεωτικής και της Σουνιάδας. Τις εξεγέρσεις τις έπνιξε το αίμα. Εκεί που σκάβοντας ο αρχαιολόγος ξέθαβε κούρους αρμονικούς, πανέμορφους, παραδίπλα θάβονταν σωρηδόν τα κουφάρια δούλων κακάσχημων, καμπούρηδων, ηλιοκαμένων, ξεδοντιασμένων. Το ιδανικό της φυλής πλάι στο φυσικό, βαθιά μες την ξερική γη.

Κι άμα είδαν οι δαιμόνιοι επιχειρηματίες ότι δε φτουράει το πράμα, φτιασίδωσαν στην αγορά της Αθήνας μια γυαλιστερή σαπουνόφουσκα. Τσίμπησε ο κοσμάκης στο δόλωμα. Ολόκληρες περιουσίες χάθηκαν. Έγιναν πλάκες χρυσού και φυγαδεύτηκαν στις Ευρώπες. Τις μετοχές σαν τα σκουπίδια τις παρέσυρε μπόρα πικρή στα λαϊκά προάστια…

Στην εγκατάλειψη που ακολούθησε σέρνουμε σήμερα τα πόδια μας, κάτω απ’ το σκληρό ήλιο, στη Σούριζα και στην Αγριλέζα. Βαδίζουμε σκυφτοί μπας και βρούμε το πετράδι που γυαλίζει, το χρυσό φλουρί του ποιητή. Ποιος είναι απόψε ο τυχερός; Τυχερός είναι όποιος κατάφερε να επιβιώσει στις στοές και στα αρχαία πλυντήρια. Τυχερός είναι όποιος δεν πολυπίστεψε τους Σερπιέρηδες και το πρωτόγονο χρηματιστήριο της Αθήνας. Πώς να τα κρύψεις όλα αυτά; Με τι χορούς και πανηγύρια; Πώς να παραμυθιάσεις τα παιδιά και τους μεγάλους; Οι αδικοχαμένοι δούλοι στην Καμάριζα, στην Αγριλέζα, στα Αρχαία Καμίνια ζητούν δικαίωση.

Ο ήλιος γέρνει κατά το πέλαγος κι ανασαλεύουμε. Δροσιά ποτίζει τον τόπο και κινάμε για τις Καβοκολόνες. Σαν τον παλαιό Παυσανία οδεύουμε νότια και συναντάμε πρώτα τα ιερά της Αθηνάς Σουνιάδας, παντέρημα, μια κι η Θεά, πότε ξόανο και πότε άγαλμα, χάθηκε ψηλά στα σύννεφα και ψηλότερα στις κορυφές του Ολύμπου. Πιο κάτω, στην άκρη της αττικής γης, ο ναός του Ποσειδώνα. Κολόνες πανάρχαιες, θεόρατες πάνω στο ακρωτήρι, που ξορκίζουν τη θεϊκή οργή, όλο παφλασμό και τρικυμία.

Ο ήλιος αδυνατίζει ολοένα και γίνεται σπίθα, σπίθα που τρεμοσβήνει. Κερί δίχως εικόνισμα της κυρά Παναγιάς, ιερό δίχως ξόανο της Αθηνάς Σουνιάδας.

Σημειώσεις:

1. Σκουριές και εκβολάδες είναι τα υπολείμματα των εργασιών κατά την εξόρυξη και καμίνευση του μεταλλεύματος.

2. Στο κείμενο γίνονται σαφείς αναφορές στους στίχους των τραγουδιών «Στο Λαύριο γίνεται χορός» των Νίκου Γκάτσου και Μάνου Χατζηδάκι, και «Τι έπαιξα στο Λαύριο» του Διονύση Σαββόπουλου.