Η περιοχή του Αρτεμίσιου κατά την αρχαιότητα ΙΙ

Καταστατικό Ελληνικού Ορειβατικού Συλλόγου Χαλκίδας
14/12/2011
Επιγραφή Αρτεμισίου
Η περιοχή του Αρτεμίσιου κατά την αρχαιότητα Ι
14/12/2011
Συντήρηση του αγάλματος του θεού στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Στυλιανός Ε. Κατάκης Αρχαιολόγος, ΙΑ ΕΠΚΑ

« Άκρα εστίν Ευβοίας το Άρτεμίσιον »

Γεωγραφική θέση

ΗΡΟΔΟΤΟΥ Ίστορίαι, Ζ’ 175, 176: «πλέειν γης της Ίστιαιώτιδος επί Άρτεμίσιον. … Τούτο μεν το Άρτεμίσιον εκ του πελάγεος του θρηικίου εξ ευρέος συνάγεται ες στενόν εόντα τον πόρον τον μεταξύ νήσου τε Σκιάθου και ηπείρου Μαγνησίης.»
ΣΧΟΛΙΑ στη Λυσιστράτη του Αριστοφάνους, στ.1571: «Άκρα εστίν Ευβοίας το Άρτεμίσιον»
Στο βορειότερο άκρο της Εύβοιας βρίσκεται το ακρωτήριο Αρτεμίσιο, στο σημείο όπου το Αιγαίο συναντά τον δίαυλο των Ωρεών, απέναντι από το Πήλιο. Το όνομα του ακρωτηρίου προήλθε από το ιερό της Αρτέμιδος Προσηώας…
Στην καίρια γεωγραφική θέση της περιοχής, που ελέγχει την είσοδο από την ανοικτή θάλασσα προς τον Παγασητικό, τον Μαλιακό και στη συνέχεια τον βόρειο Ευβοϊκό κόλπο, προς τη Χαλκίδα και νοτιότερα, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και η σημαντική της ανάπτυξη κατά την Αρχαιότητα…

Το ναυάγιο του Αρτεμισίου

Το Αρτεμίσιο είναι ιδιαίτερα γνωστό για δυο μοναδικά αρχαία χάλκινα αγάλματα που ανασύρθηκαν από τη θαλάσσια περιοχή του, τον Δία ή, όπως συνήθως καλείται, ‘Ποσειδώνα’ και τον ”μικρό ιππέα’.
Αρχικά, τον Απρίλιο του 1926, τα δίκτυα σκιαθιτών ψαράδων έφεραν στην επιφάνεια τον αριστερό βραχίονα του αγάλματος του θεού, ενώ το υπόλοιπο άγαλμα ανέσυραν πάλι σκιαθίτες και τρικεριώτες αλιείς και σφουγγαράδες τον Σεπτέμβριο του 1928. Το έργο μεταφέρθηκε μέσω του λιμανιού των Ωρεών στην Ιστιαία και ακολούθως στην Αθήνα. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους σε έρευνες υπό κρατική πλέον επίβλεψη βρέθηκε το μπροστινό τμήμα του αλόγου και ο μικρός ιππέας. Μικρότερα θραύσματα του αλόγου και του ιππέα βρέθηκαν σε σύντομη έρευνα το 1929, ενώ το πίσω τμήμα του αλόγου ανασύρθηκε το 1936. Βρέθηκαν ακόμη ένας μολύβδινος σωλήνας, δυο πέτρες χειρόμυλου, ένας οξυπύθμενος αμφορέας και θραύσματα άλλων, κομμάτια μολύβδου, πήλινοι λύχνοι και μικρά αγγεία.
Τα ευρήματα μεταφέρθηκαν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών όπου τα δύο χάλκινα έργα συντηρήθηκαν και αποτέλεσαν έκτοτε δύο από τα κυριότερα εκθέματα του Μουσείου (αρ. ευρ. Χ.15161 και Χ.15177 αντίστοιχα).

“Ο θεός (Ζευς) του Αρτεμισίου”

Συντήρηση του αγάλματος του θεού στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Συντήρηση του αγάλματος του θεού στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Ένα από τα σημαντικότερα έργα της χαλκοπλαστικής των κλασικών χρόνων αποτελεί το χάλκινο άγαλμα ενός γενειοφόρου άνδρα, ύψους 2,09 μ. και πλάτους στο άνοιγμα των χεριών 2,10 μ. Ο άνδρας εικονίζεται σε μία στιγμιαία στάση: ζυγίζοντας το γεροδεμένο σώμα του στο ελαφρά λυγισμένο αριστερό πόδι, με τεντωμένο προς τα πίσω το δεξιό, ετοιμάζεται να εξακοντίσει ένα χαμένο σήμερα αντικείμενο, το οποίο κραδαίνει στο ελαφρά λυγισμένο δεξιό χέρι, σημαδεύοντας με το τεντωμένο μπροστά αριστερό χέρι. Η κεφαλή στρέφεται επίσης προς τη διεύθυνση του αριστερού χεριού. Ιδιαίτερη προσοχή έχει δοθεί στην απόδοση της γυμνής σάρκας και των λεπτομερειών, όπως των ματιών, που ήταν από διαφορετικό υλικό, και των μακρών μαλλιών, που πλέκονται σε δύο πλεξίδες, οι οποίες διασταυρώνονται στον αυχένα και έρχονται επάνω από το μέτωπο, όπου δένονται.

Ποιος είναι ο εικονιζόμενος άνδρας; Το μεγαλείο που αποπνέει η μορφή μαρτυρεί ότι πρόκειται για θεό. Από το Ελληνικό πάνθεον, δύο μόνο θεοί θα μπορούσαν να απεικονιστούν στη στάση του αγάλματος του Αρτεμισίου: ο Ζευς, ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων, και ο Ποσειδών, ο θεός της θάλασσας. Το θέμα θα έλυνε το αντικείμενο που ο θεός κράδαινε στο δεξιό χέρι του. Ο Ζευς θα κρατούσε τον κεραυνό και αντίστοιχα ο Ποσειδών την τρίαινα. Το έργο έχει καθιερωθεί να ονομάζεται Ποσειδών, σύγχρονες όμως απόπειρες αναπαράστασης του αγάλματος με τρίαινα, που όμως θα είχε υπερβολικά μεγάλο μήκος, και κεραυνό, σε συνδυασμό με τη μελέτη της στάσης των δάκτυλων έδειξαν ως πιθανότερη εκδοχή ότι ο θεός του Αρτεμισίου είναι ο Ζευς έτοιμος να εξακοντίσει τον κεραυνό.

Η αυστηρή δόμηση και το άπλωμα της μορφής σε ένα επίπεδο, η χαρακτηριστική κόμμωση, καθώς και η σύγκριση με χρονολογημένα έργα, όπως τα αετώματα του Ναού του Διός στην Ολυμπία (470-457 π.Χ.), οδήγησαν στη χρονολόγηση του έργου περί το 460 π.Χ., στον λεγόμενο “αυστηρό ρυθμό’.

Αναπαράσταση του θεού: ως Ποσειδών και ως Ζευς

Αναπαράσταση του θεού: ως Ποσειδών και ως Ζευς

Για τον δημιουργό του σπουδαίου αυτού έργου δεν υπάρχουν πληροφορίες. Επισημαίνουμε μόνο ότι η χημική ανάλυση και τεχνική εξέταση του έδειξε ότι χυτεύθηκε στην Αθήνα. Από αρχαίους κυρίως συγγραφείς γνωρίζουμε κάποια ονόματα ονομαστών γλυπτών της εποχής, όπως τον Καλάμι, τον Ονάτα, τον Αγελάδα, τον Μύρωνα, τον Κρίτιο και τον Νησιώτη. Όμως, επειδή κανένα πρωτότυπο έργο τους δεν έχει σωθεί, όλες οι υποθέσεις βασίζονται κυρίως σε ρωμαϊκά αντίγραφα πιθανών έργων τους. θεωρούμε επομένως ορθότερο, να μην αναφερθούμε στη συζήτηση για τον ένα ή τον άλλο καλλιτέχνη.

“Ο μικρός ιππέας”

Ο “κελητίζων παις” ή “jockey”, όπως συχνά αποκαλείται, αποτελεί ένα από τα πλέον χαριτωμένα και συγχρόνως δυνατά έργα των ελληνιστικών χρόνων, της εποχής μετά τον θάνατο του Μεγ. Αλεξάνδρου το 323 μέχρι την πλήρη κυριαρχία της Ρώμης στην Ανατολή το 31 π.Χ.
Το σύμπλεγμα του μικρού ιππέα και του αλόγου αποκαταστάθηκε στη σημερινή μορφή του, αφού συντηρήθηκε και συμπληρώθηκε, μόλις το 1972. Το σύνολο έχει ύψος 2,05 μ., το ύψος του παιδιού είναι 0,84 μ., ενώ το μήκος του αλόγου (χωρίς την ουρά που αποτελεί νεώτερη συμπλήρωση) ανέρχεται στα 2,50 μ. Εκτός από την ουρά, έχει ακόμη συμπληρωθεί το πίσω αριστερό άκρο πόδι και μεγάλο τμήμα του κορμού του αλόγου κυρίως στην δεξιά πλευρά. Από διαφορετικό υλικό είχαν προσαρμοσθεί τα μάτια των δύο μορφών.

Ο μικρός ιππέας του Αρτεμισίου (αριστερή όψη).

Ο μικρός ιππέας του Αρτεμισίου (αριστερή όψη).

Το άλογο είναι ένας κέλης ίππος, άλογο δηλ. αγώνων, όπως δείχνει ο ραδινός κορμός και η στάση του• παρουσιάζεται σε καλπασμό και μάλιστα στην τελική ένταση όλων των δυνάμεων του, όπως αυτό τονίζουν η οριζόντια προέκταση του λαιμού, η μη ανύψωση του λαιμού και κυρίως τα υψωμένα στον αέρα πρόσθια πόδια. Στο κεφάλι αποτυπώνεται ζωηρά η δραματικότητα της στιγμής: τα αυτιά κλίνουν έντονα προς τα πίσω, τα ρουθούνια είναι ορθάνοικτα και ανορθωμένα, ενώ στο στόμα, το χαλινάρι τραβά με δύναμη τα χείλη προς τα πίσω αφήνοντας να φανούν η γλώσσα και τα δόντια. Στον δεξιό μηρό αποδίδεται με αύλακα, γεμισμένη αρχικά ίσως με άργυρο, το περίγραμμα μίας Νίκης που κρατά στα υψωμένα χέρια της στεφάνι.

Η ένταση γίνεται ιδιαίτερα φανερή στον μικρό αναβάτη που γέρνει προς τον λαιμό του αλόγου, στρέφοντας το κεφάλι του προς τα αριστερά. Στο αριστερό χέρι κρατά τα ηνία, ενώ στο δεξιό ράβδο ή μαστίγιο. Φορά εξωμίδα, δηλ. κοντό χιτώνα, ζωσμένο στη μέση, που αφήνει γυμνό τον δεξιό ώμο. Στα πόδια φορά μόνο τα σπιρουνιά (πτερνιστήρες) που έχουν δεθεί σφικτά με ιμάντες.

Για το θέμα της χρονολόγησης του συμπλέγματος η έρευνα δεν έχει καταλήξει στην περίοδο εκείνη των ελληνιστικών χρόνων κατά την οποία χυτεύθηκε το έργο. Οι περισσότεροι μελετητές κλίνουν προς τα μέσα περίπου του 2ου αι., ενώ αρκετοί άλλοι το ανεβάζουν στον 3ο αι. π.Χ.

Ένα ακόμη ζήτημα είναι η ταυτότητα, η ιδιότητα του μικρού ιππέα. Τα άγρια, γεμάτα ένταση, νεγροειδή χαρακτηριστικά μαρτυρούν ότι πρόκειται μάλλον για έναν δούλο, οπότε η νίκη ανήκει στον κύριο του αλόγου, παρά για νικητή σε παιδικούς ιππικούς αγώνες.

Το ναυάγιο

Το πλοίο που μετέφερε τα δυο χάλκινα έργα ναυάγησε στο στενό του Αρτεμισίου τον 2ο ή στις αρχές του 1ου αι. π.Χ., όπως αυτό προκύπτει από την κεραμική, αγγεία και λυχνάρια, που ανασύρθηκε μαζί με τα χάλκινα έργα. Η πορεία του πλοίου είναι ζήτημα ιδιαίτερα σημαντικό, όπως και ο τόπος όπου βρίσκονταν στημένα τα αγάλματα, ο οποίος παραμένει άγνωστος. Το γεγονός ότι ο ‘θεός’ είχε κατασκευασθεί στην Αθήνα δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι το έργο ήταν στημένο στην Αθήνα. Από την άλλη μεριά η κεραμική που βρέθηκε στο ναυάγιο συνδέεται με τη δυτική Μικρά Ασία και την Πέργαμο.
Η θέση του ναυαγίου στο στενό του Αρτεμισίου δείχνει ότι το πλοίο κατευθυνόταν είτε από Βορρά, προς τον Παγασητικό κόλπο, ή τη Νότια Ελλάδα μέσω του Ευβοϊκού Κόλπου και τη Χαλκίδα, είτε αντίστροφα.

Στην προσπάθεια να συνδεθούν τα δεδομένα αυτά με τις γνωστές από την ιστορία αρπαγές και μεταφορές έργων τέχνης, έχει μεταξύ των άλλων υποστηριχθεί:
1) ότι το πλοίο μετέφερε προς τη Ρώμη λεία από τη Μακεδονία, μετά την καταστολή από τον Καικίλιο Μέτελλο της επανάστασης του Ανδρίσκου το 148 π.Χ., και
2) ότι το πλοίο κατευθυνόταν προς την Πέργαμο με έργα αρπαγμένα από την Κόρινθο μετά τη άλωση της από τον Μόμμιο το 146 π.Χ. Σύμφωνα με τον Παυσανία, τον περιηγητή του 2ου αι. μ.Χ., ο Μόμμιος έδωσε ένα μέρος της λείας στον στρατηγό του Άτταλου Γ’ Φιλοποίμενα, ο οποίος τη μετέφερε στην Πέργαμο• γεγονός που έχει αποδειχθεί και αρχαιολογικά κατά τις ανασκαφές της Περγάμου.

Η ευρεία όμως χρονολόγηση της κεραμικής (2ος – αρχές 1ου αι. π.Χ.) και η μη ακριβής χρονολόγηση του μικρού ιππέα στον 2ο αι. π.Χ. καθιστούν επισφαλείς τις θεωρίες αυτές. Στον 2ο και τον 1ο αι. π.Χ. έχουν χρονολογηθεί πολλά ναυάγια πλοίων που μετέφεραν έργα τέχνης, τα οποία στις περισσότερες περιπτώσεις δεν μπορούν να συνδεθούν με συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα.

Έχει εκφρασθεί επίσης η άποψη ότι τα δυο έργα βρίσκονταν σε κάποιο ιερό, η θέση του οποίου πρέπει να αναζητηθεί κατά το βόρειο άκρο της Ευβοίας ή στις θεσσαλικές ακτές. Δεν υπάρχουν όμως σχετικά στοιχεία ή ενδείξεις.

Η σημασία των ναυαγίων αυτών στην αρχαιολογία είναι ανυπολόγιστη. Αρκεί να αναλογισθούμε ότι τα μόνα μεγάλα χάλκινα έργα της αρχαιότητας που έχουν σωθεί ως σήμερα βρέθηκαν σε ναυάγια. Η αιτία είναι απλή. Οι άνθρωποι, όταν δεν θα είχαν πλέον ‘ανάγκη’, μπορούσαν εύκολα να τα λιώσουν και να χρησιμοποιήσουν ξανά το πολύτιμο υλικό τους σε άλλους σκοπούς.

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΙΑ Εφορεία Προϊστορικών & Κλασικών Αρχαιοτήτων, ΔΗΜΟΣ ΑΡΤΕΜΙΣΙΟΥ.
ΑΘΗΝΑ 2001